Μέχρι σήμερα, όταν μιλούσαμε για απώλεια ή αύξηση βάρους, η συζήτηση περιστρεφόταν σχεδόν πάντα γύρω από έναν απλό αριθμό: τις θερμίδες. Κάθε τρόφιμο έχει μια συγκεκριμένη ενεργειακή αξία και, θεωρητικά, όσες περισσότερες θερμίδες καταναλώνουμε τόσο περισσότερη ενέργεια προσλαμβάνει το σώμα μας. Μια νέα επιστημονική μελέτη, όμως, δείχνει ότι η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη.
Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε τον Μάιο του 2026 στο επιστημονικό περιοδικό PLOS ONE, εξετάζει τον ρόλο του εντερικού μικροβιώματος στην ποσότητα ενέργειας που τελικά απορροφούμε από την τροφή. Το βασικό συμπέρασμα δεν είναι ότι οι θερμίδες «δεν μετράνε», όπως ίσως αφήνουν να εννοηθεί ορισμένοι εντυπωσιακοί τίτλοι. Είναι ότι ο αριθμός που βλέπουμε στην ετικέτα ενός τροφίμου δεν περιγράφει πάντα με απόλυτη ακρίβεια την ενέργεια που θα καταλήξει διαθέσιμη στον οργανισμό μας.
Οι θερμίδες του φαγητού δεν είναι πάντα οι θερμίδες που απορροφούμε
Για δεκαετίες χρησιμοποιούμε έναν σχετικά απλό τρόπο για να υπολογίζουμε την ενέργεια των τροφών. Ένα γραμμάριο υδατανθράκων ή πρωτεΐνης υπολογίζεται περίπου στις 4 θερμίδες, ενώ ένα γραμμάριο λίπους στις 9 θερμίδες.
Αυτό το σύστημα είναι ιδιαίτερα χρήσιμο, αλλά αποτελεί μια προσέγγιση. Δεν λαμβάνει πλήρως υπόψη όλα όσα συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της πέψης.
Οι ερευνητές δημιούργησαν ένα μοντέλο που ονομάζεται DAMM, από τις λέξεις Digestion, Absorption and Microbial Metabolism. Στόχος του είναι να υπολογίζει όχι μόνο πόση ενέργεια περιέχει ένα γεύμα, αλλά και τι συμβαίνει αφού η τροφή περάσει από το πεπτικό σύστημα.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία φαίνεται να παίζουν τα τρισεκατομμύρια μικροοργανισμών που ζουν στο έντερό μας. Ορισμένα συστατικά των τροφών, ιδιαίτερα φυτικές ίνες και ανθεκτικό άμυλο, δεν απορροφώνται πλήρως στο λεπτό έντερο. Φτάνουν στο παχύ έντερο, όπου τα βακτήρια του μικροβιώματος τα μεταβολίζουν.
Από αυτή τη διαδικασία παράγονται ουσίες όπως τα λιπαρά οξέα βραχείας αλύσου, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να απορροφηθούν από τον οργανισμό και να χρησιμοποιηθούν ως πηγή ενέργειας.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς των ερευνητών, περίπου 140 θερμίδες ημερησίως μπορεί, κατά μέσο όρο, να προέρχονται από προϊόντα του μεταβολισμού των βακτηρίων του εντέρου.
Η ποιότητα της διατροφής φαίνεται να επηρεάζει την απορρόφηση
Η νέα μελέτη αξιοποίησε δεδομένα από προηγούμενη ελεγχόμενη κλινική δοκιμή, στην οποία συμμετείχαν 17 υγιείς ενήλικες.
Οι συμμετέχοντες ακολούθησαν διαφορετικά είδη διατροφής, μεταξύ των οποίων μια διατροφή πλούσια σε φυτικές ίνες και ανθεκτικό άμυλο και μια περισσότερο επεξεργασμένη διατροφή δυτικού τύπου. Παρότι οι δίαιτες είχαν σχεδιαστεί ώστε να παρέχουν παρόμοιες ποσότητες θερμίδων και μακροθρεπτικών συστατικών, η ποσότητα ενέργειας που τελικά απορροφήθηκε δεν ήταν ίδια.
Στην πλούσια σε φυτικές ίνες διατροφή, η καθαρή απορρόφηση ενέργειας ήταν περίπου 116 θερμίδες την ημέρα χαμηλότερη.
Το εύρημα αυτό είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον επειδή δείχνει ότι δύο διατροφές με παρόμοιο θεωρητικό θερμιδικό περιεχόμενο δεν είναι απαραίτητο να έχουν ακριβώς το ίδιο ενεργειακό αποτέλεσμα μέσα στο ανθρώπινο σώμα.
Η φυσική δομή της τροφής, οι φυτικές ίνες, η ταχύτητα με την οποία περνά η τροφή από το έντερο αλλά και η δραστηριότητα των μικροοργανισμών μπορεί να επηρεάζουν το τελικό ενεργειακό ισοζύγιο.
Σημαίνει αυτό ότι πρέπει να σταματήσουμε να μετράμε θερμίδες;
Όχι. Η ενεργειακή ισορροπία εξακολουθεί να αποτελεί βασικό παράγοντα για τη μεταβολή του σωματικού βάρους. Αν ένας άνθρωπος προσλαμβάνει συστηματικά περισσότερη ενέργεια από όση καταναλώνει, το βάρος του τείνει να αυξάνεται. Αντίστοιχα, ένα σταθερό ενεργειακό έλλειμμα συνήθως οδηγεί σε απώλεια βάρους.
Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την έννοια της «προσλαμβανόμενης θερμίδας».
Η έρευνα υποδεικνύει ότι δεν αρκεί πάντα να εξετάζουμε αποκλειστικά έναν αριθμό στην ετικέτα. Η ίδια θεωρητική ποσότητα θερμίδων μπορεί να συμπεριφέρεται διαφορετικά ανάλογα με το είδος του τροφίμου και τον τρόπο με τον οποίο το ανθρώπινο πεπτικό σύστημα και το μικροβίωμα το επεξεργάζονται.
Παράλληλα, χρειάζεται προσοχή στις υπερβολικές ερμηνείες. Η νέα μελέτη δεν αποδεικνύει ότι διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να τρώνε απεριόριστες ποσότητες τροφής χωρίς να επηρεάζεται το βάρος τους, ούτε καταργεί τους βασικούς κανόνες της ενεργειακής ισορροπίας.
Επιπλέον, το μοντέλο βασίζεται σε σχετικά μικρό αριθμό συμμετεχόντων και χρειάζεται να επιβεβαιωθεί μέσα από μεγαλύτερες κλινικές μελέτες, ιδιαίτερα σε ανθρώπους που προσπαθούν να χάσουν ή να αυξήσουν βάρος.
Παρόλα αυτά, η έρευνα προσθέτει ακόμη ένα σημαντικό κομμάτι στο παζλ της ανθρώπινης διατροφής. Οι θερμίδες παραμένουν σημαντικές, αλλά ίσως δεν είναι όλες τόσο «ίδιες» όσο υποθέταμε. Και το μικροβίωμα του εντέρου φαίνεται ότι μπορεί να είναι ένας από τους λόγους που το σώμα μας δεν λειτουργεί πάντα σαν μια απλή αριθμομηχανή θερμίδων.


















