Οι τραπεζικές συναλλαγές έχουν αλλάξει σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Εκεί όπου κάποτε χρειαζόμασταν έναν υπολογιστή και πολλαπλούς κωδικούς πρόσβασης, σήμερα μπορούμε να ελέγξουμε τον λογαριασμό μας, να πραγματοποιήσουμε πληρωμές και να μεταφέρουμε χρήματα μέσα από το κινητό μας τηλέφωνο.
Μία από τις σημαντικότερες εξελίξεις στο mobile banking είναι η χρήση βιομετρικών στοιχείων. Το δακτυλικό αποτύπωμα και η αναγνώριση προσώπου επιτρέπουν την πρόσβαση στις τραπεζικές εφαρμογές γρήγορα, χωρίς να χρειάζεται να πληκτρολογούμε κάθε φορά έναν κωδικό.
Ωστόσο, η ευκολία αυτή δημιουργεί και ερωτήματα σχετικά με την ασφάλεια και την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Πώς λειτουργεί η βιομετρική ταυτοποίηση, τι πληροφορίες λαμβάνουν οι τράπεζες και πόσο προστατευμένοι είμαστε από πιθανές απάτες;
Πώς λειτουργούν τα βιομετρικά στοιχεία στις τραπεζικές εφαρμογές;
Η βιομετρική ταυτοποίηση βασίζεται στη χρήση μοναδικών φυσικών χαρακτηριστικών ενός ανθρώπου, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η ταυτότητά του.
Στις τραπεζικές εφαρμογές, οι πιο διαδεδομένες μέθοδοι είναι η αναγνώριση δακτυλικού αποτυπώματος και η αναγνώριση προσώπου.
Όταν ένας χρήστης ενεργοποιεί τη συγκεκριμένη δυνατότητα, η εφαρμογή μπορεί να αξιοποιεί το σύστημα ασφαλείας της κινητής συσκευής, όπως το Face ID ή τον αισθητήρα δακτυλικών αποτυπωμάτων.
Κατά την ταυτοποίηση, η συσκευή συγκρίνει το βιομετρικό χαρακτηριστικό του χρήστη με το ήδη καταχωρισμένο πρότυπο.
Εάν η διαδικασία ολοκληρωθεί επιτυχώς, η τραπεζική εφαρμογή μπορεί να επιτρέψει την πρόσβαση στον λογαριασμό ή την πραγματοποίηση συγκεκριμένων ενεργειών.
Ένα σημαντικό στοιχείο είναι ότι, σε πολλά σύγχρονα συστήματα, η εφαρμογή δεν αποκτά άμεση πρόσβαση στα ίδια τα βιομετρικά δεδομένα.
Για παράδειγμα, η Apple διευκρινίζει ότι οι εφαρμογές που χρησιμοποιούν Face ID λαμβάνουν μόνο την πληροφορία επιτυχίας ή αποτυχίας της ταυτοποίησης. Τα δεδομένα του προσώπου παραμένουν προστατευμένα στη συσκευή.
Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα δεν χρειάζεται απαραίτητα να αποθηκεύει μια φωτογραφία του προσώπου ή το δακτυλικό αποτύπωμα του πελάτη για να προσφέρει βιομετρική σύνδεση.
Ωστόσο, οι διαδικασίες απομακρυσμένης ταυτοποίησης νέων πελατών μπορεί να λειτουργούν διαφορετικά, καθώς ενδέχεται να απαιτούν φωτογράφιση εγγράφων και προσώπου, με ξεχωριστούς κανόνες επεξεργασίας δεδομένων.
Πόσο ασφαλής είναι η βιομετρική ταυτοποίηση;
Τα βιομετρικά συστήματα μπορούν να προσφέρουν σημαντικά πλεονεκτήματα ασφάλειας, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με άλλους μηχανισμούς προστασίας.
Σε αντίθεση με έναν απλό κωδικό πρόσβασης, ένα δακτυλικό αποτύπωμα δεν μπορεί να απομνημονευθεί ή να υποκλαπεί μέσω μιας συνηθισμένης επίθεσης ηλεκτρονικού ψαρέματος με τον ίδιο τρόπο.
Ωστόσο, κανένα βιομετρικό σύστημα δεν είναι απολύτως ασφαλές.
Η αποτελεσματικότητά του εξαρτάται από την τεχνολογία αναγνώρισης, την προστασία της συσκευής και τον τρόπο με τον οποίο η τραπεζική εφαρμογή διαχειρίζεται την πρόσβαση.
Ένας ακόμη σημαντικός παράγοντας είναι ότι, σε αντίθεση με έναν κωδικό, τα βιομετρικά χαρακτηριστικά δεν μπορούν να αντικατασταθούν εύκολα σε περίπτωση έκθεσής τους.
Για αυτό, η ασφαλής αποθήκευση και επεξεργασία τους είναι ιδιαίτερα σημαντική.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οδηγία PSD2 έχει καθιερώσει απαιτήσεις ισχυρής ταυτοποίησης πελατών για πολλές ηλεκτρονικές τραπεζικές συναλλαγές.
Η διαδικασία βασίζεται σε τουλάχιστον δύο ανεξάρτητους παράγοντες από διαφορετικές κατηγορίες: κάτι που γνωρίζει ο χρήστης, κάτι που κατέχει και κάτι που αποτελεί χαρακτηριστικό του ίδιου.
Τα βιομετρικά στοιχεία ανήκουν στην τρίτη κατηγορία.
Για παράδειγμα, η χρήση ενός κατάλληλα καταχωρισμένου κινητού τηλεφώνου σε συνδυασμό με βιομετρική αναγνώριση μπορεί, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, να συμβάλει στην ισχυρή ταυτοποίηση.
Ωστόσο, το απλό ξεκλείδωμα ενός κινητού με δακτυλικό αποτύπωμα δεν σημαίνει αυτομάτως ότι πληρούνται όλες οι απαιτήσεις ασφαλείας μιας τραπεζικής συναλλαγής.
Παράλληλα, ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων (GDPR) προβλέπει ιδιαίτερη προστασία για τα βιομετρικά δεδομένα όταν χρησιμοποιούνται για τη μοναδική ταυτοποίηση ενός ανθρώπου.
Τι πρέπει να προσέχουμε όταν χρησιμοποιούμε βιομετρικά στο mobile banking;
Η ενεργοποίηση της βιομετρικής σύνδεσης μπορεί να κάνει την καθημερινή χρήση των τραπεζικών εφαρμογών ταχύτερη και πιο πρακτική.
Ωστόσο, η ασφάλεια εξαρτάται και από τις συνήθειες του χρήστη.
Ένα βασικό μέτρο είναι η τακτική ενημέρωση του λειτουργικού συστήματος και της τραπεζικής εφαρμογής. Οι ενημερώσεις μπορούν να διορθώνουν γνωστά προβλήματα ασφαλείας και να βελτιώνουν τους μηχανισμούς προστασίας.
Εξίσου σημαντική είναι η χρήση ισχυρού κωδικού ξεκλειδώματος της συσκευής, καθώς πολλές εφαρμογές επιτρέπουν εναλλακτικούς τρόπους πρόσβασης όταν η βιομετρική αναγνώριση δεν είναι διαθέσιμη.
Οι χρήστες χρειάζεται επίσης να γνωρίζουν ποια δακτυλικά αποτυπώματα ή πρόσωπα έχουν καταχωριστεί στη συσκευή τους.
Η αποθήκευση βιομετρικών στοιχείων άλλων ανθρώπων μπορεί, ανάλογα με τον σχεδιασμό του συστήματος, να δημιουργήσει κινδύνους μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης.
Παράλληλα, δεν πρέπει να παραβλέπεται ο κίνδυνος ηλεκτρονικής απάτης. Οι επιτήδειοι μπορεί να χρησιμοποιούν ψεύτικα μηνύματα, τηλεφωνικές κλήσεις ή παραπλανητικές ιστοσελίδες για να αποσπάσουν προσωπικές πληροφορίες.
Η βιομετρική ταυτοποίηση δεν προστατεύει από κάθε μορφή εξαπάτησης, ιδιαίτερα όταν ο ίδιος ο χρήστης πείθεται να εγκρίνει μια κακόβουλη συναλλαγή.
Για αυτό, είναι σημαντικό να ελέγχουμε προσεκτικά τα στοιχεία κάθε πληρωμής και να μην εγκρίνουμε αιτήματα που δεν έχουμε ξεκινήσει εμείς.
Επιπλέον, η ενεργοποίηση ειδοποιήσεων για τραπεζικές συναλλαγές μπορεί να βοηθήσει στον έγκαιρο εντοπισμό ασυνήθιστης δραστηριότητας.
Τα βιομετρικά στοιχεία αποτελούν μια σημαντική εξέλιξη στον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούμε τις τραπεζικές εφαρμογές. Συνδυάζουν ευκολία και προηγμένες τεχνολογίες ασφάλειας, χωρίς όμως να εξαλείφουν όλους τους κινδύνους.
Η σωστή προστασία των τραπεζικών λογαριασμών εξακολουθεί να απαιτεί ασφαλείς συσκευές, προσοχή στις ηλεκτρονικές απάτες και κατανόηση των μηχανισμών ταυτοποίησης. Έτσι, οι χρήστες μπορούν να αξιοποιούν τα πλεονεκτήματα της τεχνολογίας με μεγαλύτερη ασφάλεια και εμπιστοσύνη.
Πηγή: Aware