Το wasabi είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συστατικά της ιαπωνικής κουζίνας. Οι περισσότεροι το γνωρίζουν ως την πράσινη, έντονα καυτερή πάστα που συνοδεύει το sushi και το sashimi. Ωστόσο, πίσω από τη δυνατή γεύση του κρύβεται μια ιστορία πολλών αιώνων, στενά συνδεδεμένη με τη φύση, την παραδοσιακή γεωργία και τη γαστρονομική εξέλιξη της Ιαπωνίας.
Το αυθεντικό wasabi προέρχεται από το φυτό Eutrema japonicum, γνωστό και ως Wasabia japonica, το οποίο ανήκει στην ίδια οικογένεια με τη μουστάρδα, το λάχανο και το χρένο. Είναι φυτό απαιτητικό, καθώς ευδοκιμεί κυρίως σε δροσερές και σκιερές περιοχές, κοντά σε καθαρό, τρεχούμενο νερό. Αυτές οι ιδιαίτερες συνθήκες καλλιέργειας εξηγούν γιατί το πραγματικό wasabi είναι σπάνιο και ακριβό.
Από θεραπευτικό φυτό σε πολύτιμο ιαπωνικό καρύκευμα
Το wasabi είναι αυτοφυές φυτό της Ιαπωνίας και πιστεύεται ότι χρησιμοποιήθηκε αρχικά για τις θεραπευτικές του ιδιότητες. Ιστορικές αναφορές δείχνουν ότι ήταν γνωστό ήδη από την περίοδο Ασούκα, μεταξύ του 6ου και του 7ου αιώνα, ενώ μεταγενέστερα καταγράφηκε σε ιαπωνικά συγγράμματα για φαρμακευτικά βότανα.
Κατά την περίοδο Νάρα, από το 710 έως το 794, το φυτό φαίνεται ότι χρησιμοποιούνταν ως φάρμακο αλλά και ως πολύτιμο προϊόν. Αναπτυσσόταν άγριο στα ψυχρά ορεινά ρυάκια και οι άνθρωποι συνέλεγαν τα φύλλα, τους μίσχους και το υπόγειο τμήμα του φυτού. Παρότι συχνά αποκαλείται «ρίζα wasabi», το μέρος που τρίβεται για την παραγωγή της πράσινης πάστας είναι στην πραγματικότητα ένας παχύς βλαστός ή ρίζωμα.
Σταδιακά, το wasabi άρχισε να χρησιμοποιείται και ως καρύκευμα. Η κοφτερή γεύση του, η οποία γίνεται κυρίως αισθητή στη μύτη και υποχωρεί σχετικά γρήγορα, ταίριαζε με ψάρια, λαχανικά και πιάτα με ζυμαρικά. Σε αντίθεση με την καψαϊκίνη της καυτερής πιπεριάς, η έντασή του προέρχεται από πτητικές ενώσεις που απελευθερώνονται όταν το ρίζωμα τριφτεί.
Η οργανωμένη καλλιέργεια του wasabi θεωρείται ότι ξεκίνησε πριν από περίπου 400 χρόνια, κατά την περίοδο Κέιτσο, στην περιοχή Αόι της σημερινής πόλης Σιζουόκα. Σύμφωνα με την παράδοση, άγρια φυτά μεταφέρθηκαν κοντά σε πηγές, όπου οι κατάλληλες θερμοκρασίες και το καθαρό νερό επέτρεψαν τη συστηματική παραγωγή τους. Η Σιζουόκα θεωρείται σήμερα η γενέτειρα της εμπορικής καλλιέργειας wasabi.
Η σύνδεση με το sushi και η παγκόσμια εξάπλωση
Η μεγάλη γαστρονομική άνοδος του wasabi συνδέεται με την ανάπτυξη του σύγχρονου sushi κατά την περίοδο Έντο, από τις αρχές του 17ου έως τα μέσα του 19ου αιώνα. Στις πόλεις, ιδιαίτερα στο Έντο —το σημερινό Τόκιο— άρχισαν να διαδίδονται γρήγορα γεύματα που συνδύαζαν ρύζι με ωμό ή μαριναρισμένο ψάρι. Το wasabi πρόσθετε φρεσκάδα και ένταση, εξισορροπώντας τη λιπαρότητα ορισμένων ψαριών.
Παράλληλα, αναπτύχθηκαν εξειδικευμένες μέθοδοι καλλιέργειας. Στη Σιζουόκα δημιουργήθηκαν αναβαθμίδες από πέτρες, χαλίκια και άμμο, μέσα από τις οποίες κυκλοφορεί συνεχώς καθαρό νερό πηγής. Το συγκεκριμένο σύστημα βοηθά στη διατήρηση σταθερής θερμοκρασίας και στην παροχή οξυγόνου και θρεπτικών στοιχείων στα φυτά. Η παραδοσιακή καλλιέργεια wasabi της Σιζουόκα έχει αναγνωριστεί από τον Οργανισμό Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών ως σύστημα γεωργικής κληρονομιάς παγκόσμιας σημασίας.
Τον 20ό αιώνα, η αυξανόμενη δημοτικότητα της ιαπωνικής κουζίνας μετέφερε το wasabi σε εστιατόρια σε ολόκληρο τον κόσμο. Επειδή, όμως, η αυθεντική καλλιέργεια είναι δύσκολη και χρονοβόρα, πολλά εμπορικά προϊόντα παρασκευάζονται κυρίως από κοινό χρένο, μουστάρδα, άμυλο και πράσινη χρωστική. Το πραγματικό wasabi έχει συνήθως πιο σύνθετη, φυτική και ελαφρώς γλυκιά γεύση, χωρίς τη μακρά και επιθετική αίσθηση των υποκατάστατων.
Σήμερα, το wasabi δεν αποτελεί απλώς συνοδευτικό του sushi. Χρησιμοποιείται σε σάλτσες, τουρσιά, γλυκά, σνακ και σύγχρονες γαστρονομικές δημιουργίες. Παρά τη διεθνή του εξάπλωση, παραμένει σύμβολο της ιαπωνικής παράδοσης και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο ένα άγριο ορεινό φυτό εξελίχθηκε σε παγκόσμιο γαστρονομικό προϊόν.
Πηγή: Sakuraco


















