Το ότι κάποιοι άνθρωποι «δεν κλαίνε ποτέ» είναι κάτι που συχνά παρεξηγείται. Το κλάμα θεωρείται αυθόρμητη έκφραση συναισθημάτων, όμως στην πραγματικότητα επηρεάζεται από πολλούς ψυχολογικούς, κοινωνικούς και βιολογικούς παράγοντες. Δεν αποτελεί απαραίτητα ένδειξη ψυχραιμίας, ούτε φυσικά συναισθηματικής ανεπάρκειας. Παρακάτω εξετάζουμε τους βασικότερους λόγους για τους οποίους κάποιοι άνθρωποι κλαίνε σπάνια ή καθόλου.
Ο ρόλος της ανατροφής και των κοινωνικών μηνυμάτων
Από πολύ μικρή ηλικία, πολλοί άνθρωποι μαθαίνουν –άμεσα ή έμμεσα– πότε «επιτρέπεται» να κλαίνε και πότε όχι. Φράσεις όπως «μην κλαις», «δείξε δύναμη» ή «το κλάμα είναι αδυναμία» λειτουργούν ως ισχυρά μηνύματα, που σταδιακά εσωτερικεύονται. Σε αρκετές οικογένειες ή πολιτισμικά περιβάλλοντα, το κλάμα αντιμετωπίζεται ως κάτι ντροπιαστικό ή υπερβολικό, ειδικά σε δημόσιους χώρους.
Με τον καιρό, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καταστολή της συναισθηματικής έκφρασης. Δεν σημαίνει ότι τα συναισθήματα δεν υπάρχουν· απλώς δεν βρίσκουν διέξοδο μέσω του κλάματος. Οι άνθρωποι αυτοί συχνά μαθαίνουν να «κρατούν μέσα τους» τη λύπη, τον θυμό ή την απογοήτευση, επειδή αυτό θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό ή ασφαλές.
Προσωπικότητα και τρόπος διαχείρισης συναισθημάτων
Η προσωπικότητα παίζει καθοριστικό ρόλο. Κάποιοι άνθρωποι είναι πιο εσωστρεφείς ή πιο λογικοί στον τρόπο που επεξεργάζονται τις εμπειρίες τους. Αντί να εκφράζουν τη συναισθηματική φόρτιση με κλάμα, μπορεί να την επεξεργάζονται μέσω σκέψης, απόστασης ή εσωτερικού διαλόγου. Άλλοι βρίσκουν ανακούφιση μέσω της δράσης, της σιωπής ή ακόμη και του χιούμορ.
Επιπλέον, ορισμένοι έχουν μάθει να διαχειρίζονται το στρες με μηχανισμούς άμυνας, όπως η αποσύνδεση ή η συναισθηματική αποστασιοποίηση. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν επηρεάζονται από όσα τους συμβαίνουν, αλλά ότι ο οργανισμός τους έχει «εκπαιδευτεί» να μη διοχετεύει την ένταση μέσω δακρύων.
Βιολογικοί και ψυχολογικοί παράγοντες
Δεν πρέπει να αγνοούνται και οι βιολογικοί παράγοντες. Οι ορμόνες, η λειτουργία του νευρικού συστήματος και ακόμη και η φαρμακευτική αγωγή μπορούν να επηρεάσουν την ικανότητα ή τη συχνότητα του κλάματος. Για παράδειγμα, ορισμένα αντικαταθλιπτικά μειώνουν την ένταση των συναισθηματικών αντιδράσεων, συμπεριλαμβανομένων των δακρύων.
Παράλληλα, σε κάποιες περιπτώσεις, η απουσία κλάματος μπορεί να σχετίζεται με ψυχολογική κόπωση, χρόνια καταπίεση συναισθημάτων ή ακόμη και καταθλιπτικά συμπτώματα, όπου το άτομο νιώθει «μουδιασμένο» αντί για έντονα συναισθήματα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν πρόκειται για επιλογή, αλλά για αποτέλεσμα μακροχρόνιας συναισθηματικής επιβάρυνσης.
Πηγή: Psychology Today


















