Οι βιταμίνες είναι τόσο συνδεδεμένες με την καθημερινή διατροφή, ώστε συχνά αντιμετωπίζονται σαν κάτι απλό και αυτονόητο. Στην πραγματικότητα, όμως, κρύβουν αρκετές ιδιαιτερότητες. Ορισμένες δεν λειτουργούν όπως φαντάζεται ο περισσότερος κόσμος, άλλες αποθηκεύονται για μεγάλο χρονικό διάστημα στο σώμα, ενώ κάποιες μπορούν να γίνουν επικίνδυνες όταν καταναλώνονται σε υπερβολική ποσότητα.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι οι βιταμίνες δεν «δουλεύουν» όλες με τον ίδιο τρόπο. Άλλες χρειάζονται λίπος για να απορροφηθούν, άλλες χάνονται εύκολα με το μαγείρεμα και άλλες μπορούν να παραχθούν εν μέρει από τον ίδιο τον οργανισμό. Μερικά από τα πιο παράξενα facts γύρω από αυτές δείχνουν πόσο πολύπλοκη είναι η σχέση ανάμεσα στη διατροφή και στη λειτουργία του σώματος.
Η βιταμίνη D μοιάζει περισσότερο με ορμόνη παρά με κλασική βιταμίνη
Η βιταμίνη D είναι ίσως μία από τις πιο ιδιαίτερες βιταμίνες. Σε αντίθεση με πολλές άλλες, το σώμα μπορεί να τη συνθέσει όταν το δέρμα εκτίθεται στην υπεριώδη ακτινοβολία Β του ήλιου.
Αυτό από μόνο του την κάνει ασυνήθιστη. Οι περισσότερες βιταμίνες πρέπει να λαμβάνονται από τη διατροφή, ενώ η βιταμίνη D μπορεί να παραχθεί ενδογενώς.
Ακόμη πιο παράξενο είναι ότι η ενεργή μορφή της συμπεριφέρεται περισσότερο σαν ορμόνη. Συμμετέχει στη ρύθμιση του ασβεστίου και του φωσφόρου και επηρεάζει πολλούς ιστούς πέρα από τα οστά.
Ένα ακόμη ενδιαφέρον στοιχείο είναι ότι η ηλικία, το χρώμα του δέρματος, η εποχή του χρόνου, η χρήση αντηλιακού και η γεωγραφική θέση μπορούν να αλλάξουν σημαντικά το πόση βιταμίνη D παράγεται μέσω του ήλιου.
Η βιταμίνη D είναι επίσης λιποδιαλυτή. Αυτό σημαίνει ότι αποθηκεύεται στο σώμα και δεν αποβάλλεται τόσο εύκολα όσο οι υδατοδιαλυτές βιταμίνες. Για αυτό, η υπερβολική λήψη μέσω συμπληρωμάτων μπορεί να οδηγήσει σε τοξικότητα.
Η βιταμίνη C δεν είναι τόσο «αθώα» όσο φαίνεται
Η βιταμίνη C έχει τη φήμη μιας ασφαλούς βιταμίνης που μπορεί να λαμβάνεται σχεδόν χωρίς περιορισμό. Στην πράξη, το σώμα έχει όριο στο πόση μπορεί να απορροφήσει αποτελεσματικά κάθε φορά.
Όσο αυξάνεται πολύ η δόση, τόσο μικρότερο ποσοστό απορροφάται. Η περίσσεια συνήθως αποβάλλεται μέσω των ούρων.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τεράστιες δόσεις είναι πάντα αβλαβείς. Σε ορισμένους ανθρώπους μπορεί να προκαλέσουν γαστρεντερικές ενοχλήσεις, ενώ πολύ υψηλές προσλήψεις μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο σχηματισμού ορισμένων τύπων πέτρας στα νεφρά σε ευαίσθητα άτομα.
Παράξενο είναι επίσης ότι η βιταμίνη C είναι αρκετά ευαίσθητη στη θερμότητα και στο νερό. Το παρατεταμένο βράσιμο λαχανικών μπορεί να μειώσει αισθητά την περιεκτικότητά τους σε αυτή.
Την ίδια στιγμή, η βιταμίνη C βοηθά στην απορρόφηση του μη αιμικού σιδήρου, δηλαδή του σιδήρου φυτικής προέλευσης. Έτσι, ένας απλός συνδυασμός όπως φακές με πιπεριά ή λεμόνι μπορεί να κάνει τον σίδηρο του γεύματος πιο διαθέσιμο στον οργανισμό.
Ακόμη ένα παράξενο fact είναι ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να συνθέσουν μόνοι τους βιταμίνη C, σε αντίθεση με αρκετά άλλα θηλαστικά. Αυτός είναι ο λόγος που είναι απαραίτητη μέσω της διατροφής.
Μερικές βιταμίνες αποθηκεύονται για μήνες ή και χρόνια
Δεν συμπεριφέρονται όλες οι βιταμίνες με τον ίδιο τρόπο μέσα στο σώμα. Οι λιποδιαλυτές βιταμίνες A, D, E και K μπορούν να αποθηκευτούν στον λιπώδη ιστό και στο ήπαρ. Αντίθετα, πολλές υδατοδιαλυτές βιταμίνες χρειάζονται πιο συχνή πρόσληψη.
Υπάρχει όμως μια εντυπωσιακή εξαίρεση: η βιταμίνη Β12. Παρότι είναι υδατοδιαλυτή, ο οργανισμός μπορεί να αποθηκεύσει μεγάλες ποσότητές της στο ήπαρ.
Για αυτό, η έλλειψη Β12 μπορεί να χρειαστεί χρόνια μέχρι να γίνει εμφανής. Ένα άτομο μπορεί να μειώσει σημαντικά την πρόσληψή της και να μην παρουσιάσει συμπτώματα άμεσα, επειδή χρησιμοποιούνται σταδιακά τα αποθέματα.
Παράξενο είναι και το ότι η απορρόφησή της είναι σχετικά περίπλοκη. Χρειάζεται μια ειδική πρωτεΐνη του στομάχου, τον ενδογενή παράγοντα. Αν αυτός λείπει, η Β12 μπορεί να μην απορροφάται σωστά ακόμη και αν υπάρχει αρκετή στη διατροφή.
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ορισμένες βιταμίνες μπορεί να είναι ωφέλιμες στις σωστές ποσότητες αλλά βλαβερές σε υπερβολικές. Η βιταμίνη Α είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είναι απαραίτητη για την όραση, το ανοσοποιητικό και το δέρμα, αλλά η χρόνια υπερβολική πρόσληψη μπορεί να προκαλέσει τοξικότητα.
Το ίδιο ισχύει και για τη βιταμίνη Β6. Αν και είναι υδατοδιαλυτή, πολύ υψηλές δόσεις συμπληρωμάτων για μεγάλο χρονικό διάστημα μπορούν να προκαλέσουν νευρολογικές βλάβες.
Ένα τελευταίο παράξενο στοιχείο είναι ότι η λέξη «βιταμίνη» δεν σημαίνει απαραίτητα ότι μια ουσία πρέπει πάντα να λαμβάνεται αυτούσια από τις τροφές. Ορισμένες ουσίες προέρχονται από πρόδρομες μορφές. Το β-καροτένιο, για παράδειγμα, μπορεί να μετατραπεί σε βιταμίνη Α ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού.
Οι βιταμίνες, επομένως, απέχουν πολύ από το να είναι απλώς «μικρά θρεπτικά συστατικά». Η απορρόφηση, η αποθήκευση, η μετατροπή και η δράση τους διαφέρουν σημαντικά από τη μία στην άλλη.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο παράξενο fact από όλα, περισσότερο δεν σημαίνει πάντα καλύτερο. Στις βιταμίνες, η ισορροπία έχει συνήθως μεγαλύτερη σημασία από την υπερβολή.


















