Η συναισθηματική υπερφαγία είναι ένα συχνό φαινόμενο, ιδιαίτερα σε περιόδους άγχους, πίεσης ή συναισθηματικής φόρτισης. Δεν αφορά έλλειψη πειθαρχίας, αλλά έναν μηχανισμό διαχείρισης συναισθημάτων μέσω του φαγητού. Το καλό νέο είναι ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί, με κατανόηση, στρατηγική και συνέπεια.
Τι είναι η συναισθηματική υπερφαγία και πώς λειτουργεί
Η συναισθηματική υπερφαγία εμφανίζεται όταν τρώμε όχι επειδή πεινάμε σωματικά, αλλά για να καλύψουμε συναισθήματα όπως άγχος, θλίψη, θυμό, μοναξιά ή πλήξη. Συνήθως αφορά τροφές υψηλής ζάχαρης, λιπαρών ή αλατιού, που ενεργοποιούν το σύστημα ανταμοιβής του εγκεφάλου. Το πρόβλημα είναι ότι η ανακούφιση είναι προσωρινή και συχνά ακολουθείται από ενοχές, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο.
Πώς να αναγνωρίσουμε τα προσωπικά μας «triggers»
Το πρώτο και πιο σημαντικό βήμα είναι η επίγνωση. Χρειάζεται να παρατηρήσουμε πότε και γιατί τρώμε. Πεινάμε πραγματικά ή προσπαθούμε να διαχειριστούμε ένα συναίσθημα; Η τήρηση ενός απλού ημερολογίου (τι έφαγα, πότε, πώς ένιωθα) μπορεί να αποκαλύψει επαναλαμβανόμενα μοτίβα. Για κάποιους, trigger είναι το εργασιακό στρες, για άλλους η μοναξιά το βράδυ ή η κούραση στο τέλος της ημέρας.
Στρατηγικές για να σπάσει ο κύκλος
Η αντιμετώπιση δεν σημαίνει καταπίεση ή αυστηρούς περιορισμούς. Αντίθετα, βοηθά η δημιουργία εναλλακτικών τρόπων διαχείρισης συναισθημάτων: μια βόλτα, λίγα λεπτά βαθιάς αναπνοής, ένα τηλεφώνημα, μουσική ή ήπια άσκηση. Παράλληλα, τα τακτικά και ισορροπημένα γεύματα μειώνουν τη βιολογική πείνα, που ενισχύει την υπερφαγία. Η επαρκής πρωτεΐνη, οι φυτικές ίνες και ο καλός ύπνος παίζουν καθοριστικό ρόλο.
Ο ρόλος της αυτοσυμπόνιας και της μακροπρόθεσμης αλλαγής
Η συναισθηματική υπερφαγία δεν «νικιέται» με τιμωρία. Η αυτοσυμπόνια είναι κλειδί: ένα επεισόδιο δεν ακυρώνει την προσπάθεια. Όσο μειώνουμε την εσωτερική κριτική, τόσο μειώνεται και η ανάγκη για φαγητό ως παρηγοριά. Σε επίμονες περιπτώσεις, η συνεργασία με διαιτολόγο ή ψυχολόγο μπορεί να προσφέρει ουσιαστική υποστήριξη. Η αλλαγή έρχεται σταδιακά, με μικρά, σταθερά βήματα και στόχο όχι τον έλεγχο, αλλά τη φροντίδα του εαυτού.


















