Η κλειστοφοβία είναι ο έντονος φόβος για κλειστούς ή περιορισμένους χώρους, όπως τα ασανσέρ, τα αεροπλάνα, οι σήραγγες, τα υπόγεια και οι αίθουσες χωρίς εύκολη έξοδο. Σε ορισμένους ανθρώπους προκαλεί απλή δυσφορία, ενώ σε άλλους μπορεί να οδηγήσει σε έντονο άγχος ή κρίση πανικού.
Τα συνηθισμένα συμπτώματα περιλαμβάνουν ταχυκαρδία, εφίδρωση, τρέμουλο, δύσπνοια, ζάλη και έντονη ανάγκη διαφυγής. Το άτομο μπορεί να γνωρίζει ότι ο φόβος του είναι μεγαλύτερος από τον πραγματικό κίνδυνο, αλλά να δυσκολεύεται να τον ελέγξει. Όταν η αποφυγή κλειστών χώρων επηρεάζει την εργασία, τις μετακινήσεις, τις εξετάσεις ή την κοινωνική ζωή, είναι σημαντικό να ζητηθεί βοήθεια από ειδικό ψυχικής υγείας.
Κατανόηση του φόβου και διαχείριση του άγχους
Το πρώτο βήμα είναι να αναγνωρίσουμε ποιες καταστάσεις προκαλούν φόβο και ποιες σκέψεις εμφανίζονται εκείνη τη στιγμή. Κάποιος μπορεί να φοβάται ότι θα εγκλωβιστεί, ότι δεν θα μπορεί να αναπνεύσει ή ότι δεν θα λάβει βοήθεια. Η καταγραφή αυτών των σκέψεων μπορεί να βοηθήσει στον εντοπισμό των μοτίβων που συντηρούν το άγχος.
Όταν εμφανίζεται πανικός, χρειάζεται να προσπαθήσουμε να παραμείνουμε στη θέση μας, εφόσον είμαστε ασφαλείς, και να επικεντρωθούμε σε αργές, σταθερές αναπνοές. Μπορούμε να εισπνέουμε ήρεμα από τη μύτη και να εκπνέουμε πιο αργά, χωρίς υπερβολικά βαθιές αναπνοές που μπορεί να επιδεινώσουν τη ζάλη.
Χρήσιμη είναι και η μεταφορά της προσοχής στο παρόν. Παρατηρούμε αντικείμενα γύρω μας, ακούμε τους ήχους του χώρου και αισθανόμαστε τα πόδια μας στο έδαφος. Υπενθυμίζουμε στον εαυτό μας ότι η ένταση του πανικού θα υποχωρήσει και ότι τα δυσάρεστα σωματικά συμπτώματα δεν σημαίνουν απαραίτητα ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.
Οι τεχνικές χαλάρωσης μπορούν να περιορίσουν προσωρινά την ένταση, αλλά από μόνες τους δεν αντιμετωπίζουν πάντα τη φοβία. Η συνεχής αποφυγή, αντίθετα, συχνά ενισχύει την πεποίθηση ότι ο κλειστός χώρος είναι επικίνδυνος.
Σταδιακή έκθεση στους κλειστούς χώρους
Η θεραπεία έκθεσης θεωρείται βασική μέθοδος αντιμετώπισης των ειδικών φοβιών. Αποτελεί μορφή γνωσιακής-συμπεριφορικής θεραπείας και βασίζεται στη σταδιακή, ελεγχόμενη επαφή με την κατάσταση που προκαλεί τον φόβο.
Η διαδικασία δεν πρέπει να ξεκινά με την πιο δύσκολη κατάσταση. Δημιουργούμε μια κλίμακα φόβου, από την ευκολότερη έως την πιο απαιτητική εμπειρία. Για παράδειγμα, μπορούμε αρχικά να κοιτάξουμε μια εικόνα ασανσέρ, στη συνέχεια να σταθούμε κοντά σε ένα ανοιχτό ασανσέρ και αργότερα να μπούμε για έναν όροφο μαζί με ένα πρόσωπο εμπιστοσύνης.
Παραμένουμε σε κάθε στάδιο αρκετό χρόνο ώστε το άγχος να αρχίσει να μειώνεται, αντί να φεύγουμε αμέσως. Η επανάληψη βοηθά τον εγκέφαλο να μάθει ότι μπορούμε να αντέξουμε τη δυσφορία και ότι η καταστροφή που φοβόμαστε συνήθως δεν συμβαίνει.
Η έκθεση πρέπει να είναι σταδιακή και ασφαλής, χωρίς πίεση ή αιφνιδιασμό. Σε σοβαρές περιπτώσεις είναι προτιμότερο να πραγματοποιείται με ψυχολόγο ή ψυχίατρο, καθώς η υπερβολικά γρήγορη έκθεση μπορεί να κάνει τον φόβο εντονότερο.
Πότε χρειάζεται επαγγελματική βοήθεια
Η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία βοηθά στην αλλαγή των σκέψεων και των συμπεριφορών που διατηρούν την κλειστοφοβία. Ο θεραπευτής μπορεί να οργανώσει ένα εξατομικευμένο πρόγραμμα έκθεσης, να διδάξει τεχνικές διαχείρισης του πανικού και να εξετάσει εάν συνυπάρχει άλλη αγχώδης διαταραχή.
Τα φάρμακα δεν αποτελούν συνήθως την κύρια θεραπεία μιας ειδικής φοβίας. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρησιμοποιηθούν προσωρινά για συγκεκριμένες καταστάσεις ή όταν υπάρχει σοβαρό άγχος, πάντοτε μετά από αξιολόγηση γιατρού.


















