Τα μικροπλαστικά έχουν εξελιχθεί σε έναν από τους πιο αόρατους αλλά ανησυχητικούς παράγοντες που επηρεάζουν την υγεία μας. Πρόκειται για εξαιρετικά μικρά σωματίδια πλαστικού, τα οποία προέρχονται είτε από τη διάσπαση μεγαλύτερων αντικειμένων είτε από προϊόντα που τα περιέχουν εξαρχής. Παρότι δεν είναι ορατά με γυμνό μάτι, βρίσκονται πλέον σχεδόν παντού: στο νερό, στον αέρα, στα τρόφιμα και στην καθημερινότητά μας. Το πιο σημαντικό ερώτημα όμως είναι πώς καταφέρνουν να εισέρχονται στον ανθρώπινο οργανισμό.
Κατανάλωση μέσω τροφής και νερού
Ο πιο συνηθισμένος τρόπος με τον οποίο τα μικροπλαστικά εισέρχονται στον οργανισμό είναι μέσω της διατροφής. Έχουν εντοπιστεί σε ποικιλία τροφίμων, όπως θαλασσινά (ιδιαίτερα οστρακοειδή), ψάρια, αλάτι, ακόμα και σε φρούτα και λαχανικά. Αυτό συμβαίνει επειδή τα μικροπλαστικά καταλήγουν στο περιβάλλον – κυρίως στις θάλασσες και στο έδαφος – και στη συνέχεια εισέρχονται στην τροφική αλυσίδα.
Το πόσιμο νερό αποτελεί επίσης σημαντική πηγή έκθεσης. Τόσο το εμφιαλωμένο όσο και το νερό βρύσης μπορεί να περιέχουν μικροπλαστικά, λόγω της ρύπανσης ή της χρήσης πλαστικών σωλήνων και συσκευασιών. Επιπλέον, η αποθήκευση τροφίμων σε πλαστικά δοχεία, ιδιαίτερα όταν θερμαίνονται, μπορεί να αυξήσει την απελευθέρωση μικροπλαστικών σωματιδίων.
Αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και τα επεξεργασμένα τρόφιμα μπορεί να περιέχουν μικροπλαστικά, είτε από τη διαδικασία παραγωγής είτε από τη συσκευασία. Έτσι, η διατροφική οδός θεωρείται η κύρια πύλη εισόδου αυτών των σωματιδίων στον οργανισμό.
Εισπνοή μικροπλαστικών από τον αέρα
Ένας λιγότερο γνωστός αλλά εξίσου σημαντικός τρόπος έκθεσης είναι η εισπνοή. Τα μικροπλαστικά αιωρούνται στον αέρα, ιδιαίτερα σε εσωτερικούς χώρους, και μπορούν να εισέλθουν στον οργανισμό μέσω του αναπνευστικού συστήματος.
Η σκόνη του σπιτιού αποτελεί βασική πηγή μικροπλαστικών. Καθημερινές δραστηριότητες, όπως το περπάτημα πάνω σε χαλιά ή η χρήση υφασμάτων, απελευθερώνουν μικροσκοπικές ίνες στον αέρα. Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή των συνθετικών υλικών, όπως ο πολυεστέρας και το νάιλον, που χρησιμοποιούνται σε ρούχα, κουρτίνες και έπιπλα.
Τα ρούχα από συνθετικά υλικά απελευθερώνουν μικροΐνες όχι μόνο κατά το πλύσιμο, αλλά και κατά τη χρήση τους. Αυτές οι ίνες μπορούν να εισπνευστούν, ειδικά σε κλειστούς χώρους με περιορισμένο αερισμό. Επιπλέον, η αστική ρύπανση και τα σωματίδια από φθορά ελαστικών οχημάτων συμβάλλουν επίσης στην παρουσία μικροπλαστικών στον αέρα.
Η εισπνοή αυτών των σωματιδίων μπορεί να οδηγήσει στη συσσώρευσή τους στους πνεύμονες, γεγονός που απασχολεί όλο και περισσότερο την επιστημονική κοινότητα.
Επαφή με το δέρμα και καθημερινές συνήθειες
Αν και λιγότερο προφανής, η επαφή με το δέρμα αποτελεί μια ακόμη πιθανή οδό έκθεσης στα μικροπλαστικά. Πολλά καλλυντικά και προϊόντα προσωπικής φροντίδας περιείχαν στο παρελθόν μικροπλαστικά (όπως απολεπιστικά), ενώ ίχνη τους μπορεί να υπάρχουν ακόμα σε ορισμένα προϊόντα.
Επιπλέον, η καθημερινή επαφή με συνθετικά υλικά – όπως ρούχα, στρώματα, ταπετσαρίες και πλαστικές επιφάνειες – αυξάνει την πιθανότητα μεταφοράς μικροπλαστικών στο δέρμα. Αν και το δέρμα λειτουργεί ως φυσικός φραγμός, μικροσκοπικά σωματίδια ενδέχεται να διεισδύσουν σε πολύ μικρό βαθμό ή να εισέλθουν στον οργανισμό μέσω πληγών ή πόρων.
Οι καθημερινές συνήθειες παίζουν επίσης ρόλο. Για παράδειγμα, η κατανάλωση τροφίμων με τα χέρια ή η επαφή του προσώπου με επιφάνειες που περιέχουν μικροπλαστικά μπορεί να διευκολύνει την έμμεση κατάποσή τους.
Συνολικά, τα μικροπλαστικά εισέρχονται στον οργανισμό μας με περισσότερους τρόπους απ’ ό,τι φανταζόμαστε. Η διατροφή, η εισπνοή και η επαφή με το δέρμα αποτελούν τις βασικές οδούς έκθεσης, καθιστώντας δύσκολη την πλήρη αποφυγή τους. Ωστόσο, η ενημέρωση και η υιοθέτηση πιο συνειδητών επιλογών στην καθημερινότητα μπορούν να συμβάλουν στη μείωση της έκθεσης και στην προστασία της υγείας μας.
Πηγή: BBC


















