Το σώμα μας δεν χρησιμοποιεί το φαγητό όπως ακριβώς το βλέπουμε στο πιάτο. Πριν οι τροφές γίνουν ενέργεια, δύναμη, κύτταρα, ορμόνες ή αποθέματα, πρέπει πρώτα να διασπαστούν σε μικρότερα κομμάτια και να περάσουν από το πεπτικό σύστημα στο αίμα. Αυτή η διαδικασία λέγεται απορρόφηση θρεπτικών συστατικών και γίνεται κυρίως στο λεπτό έντερο, το βασικό σημείο όπου το σώμα «παίρνει» ό,τι χρειάζεται από την τροφή.
Από το στόμα στο στομάχι: H αρχή της πέψης
Η απορρόφηση ξεκινά ουσιαστικά πριν ακόμη φτάσει η τροφή στο έντερο. Στο στόμα, η μάσηση σπάει την τροφή σε μικρότερα κομμάτια, ενώ το σάλιο αρχίζει να διασπά κυρίως τους υδατάνθρακες. Όσο καλύτερα μασάμε, τόσο πιο εύκολα συνεχίζεται η πέψη στα επόμενα στάδια.
Στη συνέχεια, η τροφή περνά από τον οισοφάγο και φτάνει στο στομάχι. Εκεί αναμειγνύεται με γαστρικά υγρά και οξέα, τα οποία βοηθούν στη διάσπαση των πρωτεϊνών και στη μετατροπή της τροφής σε ένα πιο υγρό μείγμα. Το στομάχι δεν είναι το βασικό σημείο απορρόφησης των θρεπτικών συστατικών, αλλά παίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην προετοιμασία τους. Αν η τροφή δεν διασπαστεί σωστά, το έντερο θα δυσκολευτεί περισσότερο να απορροφήσει όσα χρειάζεται.
Το λεπτό έντερο: Tο βασικό σημείο απορρόφησης
Το μεγαλύτερο μέρος της απορρόφησης γίνεται στο λεπτό έντερο. Εκεί η τροφή αναμειγνύεται με ένζυμα από το πάγκρεας και με χολή από το ήπαρ, ώστε να διασπαστούν οι υδατάνθρακες, οι πρωτεΐνες και τα λίπη σε πιο απλές μορφές. Οι υδατάνθρακες γίνονται σάκχαρα, οι πρωτεΐνες γίνονται αμινοξέα και τα λίπη γίνονται λιπαρά οξέα και άλλα μικρότερα μόρια.
Το λεπτό έντερο έχει μια εντυπωσιακή εσωτερική δομή. Η επιφάνειά του δεν είναι λεία, αλλά έχει πτυχές και μικροσκοπικές προεκβολές που λέγονται λάχνες και μικρολάχνες. Αυτές αυξάνουν πολύ την επιφάνεια επαφής, ώστε το σώμα να μπορεί να απορροφά περισσότερα θρεπτικά συστατικά από την τροφή.
Μόλις τα θρεπτικά συστατικά περάσουν από το τοίχωμα του εντέρου, μπαίνουν στην κυκλοφορία του αίματος ή στο λεμφικό σύστημα. Από εκεί μεταφέρονται σε όλο το σώμα. Η γλυκόζη μπορεί να χρησιμοποιηθεί για άμεση ενέργεια, τα αμινοξέα για την επιδιόρθωση και δημιουργία ιστών, ενώ τα λίπη μπορούν να χρησιμοποιηθούν για ενέργεια, παραγωγή ορμονών ή αποθήκευση.
Κάποια συστατικά απορροφώνται πιο ειδικά σε συγκεκριμένα σημεία. Για παράδειγμα, το τελικό τμήμα του λεπτού εντέρου, ο ειλεός, συμμετέχει στην απορρόφηση της βιταμίνης Β12 και των χολικών αλάτων.
Τι επηρεάζει την καλή απορρόφηση;
Η απορρόφηση δεν εξαρτάται μόνο από το τι τρώμε, αλλά και από το πόσο καλά λειτουργεί το πεπτικό μας σύστημα. Η υγεία του εντέρου, η επάρκεια ενζύμων, η παραγωγή χολής, η ισορροπία της μικροχλωρίδας και η απουσία φλεγμονής παίζουν σημαντικό ρόλο. Όταν υπάρχει δυσαπορρόφηση, το σώμα μπορεί να δυσκολεύεται να πάρει πρωτεΐνες, λίπη, βιταμίνες ή μέταλλα, ακόμα κι αν η διατροφή φαίνεται επαρκής.
Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι συνδυασμοί τροφών. Για παράδειγμα, οι λιποδιαλυτές βιταμίνες, όπως οι A, D, E και K, απορροφώνται καλύτερα όταν το γεύμα περιέχει και κάποια ποσότητα λίπους. Αντίστοιχα, ο σίδηρος φυτικής προέλευσης απορροφάται καλύτερα όταν συνδυάζεται με βιταμίνη C, όπως λεμόνι, πορτοκάλι ή πιπεριά.
Τέλος, το παχύ έντερο αναλαμβάνει ό,τι απομένει. Εκεί απορροφάται κυρίως νερό, ενώ τα βακτήρια του εντέρου βοηθούν στη διάσπαση ορισμένων υπολειμμάτων και στην παραγωγή ουσιών όπως η βιταμίνη Κ.
Η απορρόφηση, λοιπόν, είναι μια πολύπλοκη αλλά εξαιρετικά οργανωμένη διαδικασία. Δεν αρκεί απλώς να τρώμε θρεπτικές τροφές· χρειάζεται και ένα πεπτικό σύστημα που μπορεί να τις διασπάσει, να τις απορροφήσει και να τις μεταφέρει εκεί όπου τις έχει ανάγκη το σώμα.


















