Το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου (IBS) μπορεί να προκαλέσει κοιλιακό πόνο, φούσκωμα, διάρροια, δυσκοιλιότητα ή εναλλαγές μεταξύ των δύο. Αν και συχνά η προσοχή στρέφεται στη διατροφή και στα τρόφιμα που μπορεί να πυροδοτούν τα συμπτώματα, ένας ακόμη παράγοντας φαίνεται να έχει ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο: η ψυχολογική κατάσταση.
Το στρες, το άγχος και η συναισθηματική πίεση μπορούν πράγματι να επηρεάσουν το έντερο. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι το IBS είναι «ψυχολογικό» ή ότι τα συμπτώματα βρίσκονται απλώς στο μυαλό του ασθενούς. Αντίθετα, σήμερα το σύνδρομο ευερέθιστου εντέρου θεωρείται διαταραχή της αλληλεπίδρασης μεταξύ εντέρου και εγκεφάλου.
Πώς συνδέονται εγκέφαλος και έντερο;
Το έντερο και ο εγκέφαλος βρίσκονται σε συνεχή επικοινωνία. Το λεγόμενο σύστημα του άξονα εντέρου-εγκεφάλου περιλαμβάνει νευρικά, ορμονικά και άλλα βιολογικά σήματα που επιτρέπουν στα δύο όργανα να επηρεάζουν το ένα το άλλο.
Στο IBS αυτή η επικοινωνία μπορεί να λειτουργεί διαφορετικά. Σύμφωνα με το National Institute of Diabetes and Digestive and Kidney Diseases των ΗΠΑ, διαταραχές στον τρόπο με τον οποίο συνεργάζονται εγκέφαλος και έντερο μπορούν να αυξήσουν την ευαισθησία του πεπτικού συστήματος και να επηρεάσουν τις μυϊκές συσπάσεις του εντέρου. Έτσι, ένα άτομο μπορεί να αισθάνεται πιο έντονα τον πόνο ή το φούσκωμα και παράλληλα να εμφανίζει διάρροια ή δυσκοιλιότητα.
Αυτό εξηγεί και γιατί τα συμπτώματα του IBS μπορεί να αλλάζουν σημαντικά ανάλογα με την περίοδο της ζωής ενός ανθρώπου, ακόμη και όταν η διατροφή του παραμένει σχετικά σταθερή, πλούσια σε φυτικές ίνες και ιχνοστοιχεία.
Γιατί το στρες μπορεί να κάνει το IBS χειρότερο;
Μια δύσκολη ημέρα στη δουλειά, μια εξέταση, μια περίοδος έντονου άγχους ή ένα συναισθηματικά φορτισμένο γεγονός μπορεί σε ορισμένους ανθρώπους με IBS να συνοδεύεται από μεγαλύτερη ενόχληση στο πεπτικό σύστημα.
Το στρες ενεργοποιεί φυσιολογικές αντιδράσεις του οργανισμού και μπορεί να επηρεάσει τόσο την κινητικότητα όσο και την ευαισθησία του εντέρου. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε μεγαλύτερο κοιλιακό πόνο, κράμπες, φούσκωμα ή αλλαγές στις κενώσεις.
Παράλληλα, η σχέση λειτουργεί και αντίστροφα. Ένας άνθρωπος που αντιμετωπίζει επίμονα γαστρεντερικά συμπτώματα μπορεί να αρχίσει να αγχώνεται για το πότε θα εμφανιστούν ξανά. Για παράδειγμα, μπορεί να φοβάται ένα ταξίδι, μια έξοδο ή μια επαγγελματική συνάντηση επειδή δεν γνωρίζει εάν θα χρειαστεί ξαφνικά να επισκεφθεί την τουαλέτα.
Έτσι μπορεί να δημιουργηθεί ένας φαύλος κύκλος: το άγχος επιδεινώνει τα συμπτώματα και τα συμπτώματα δημιουργούν περισσότερο άγχος. Άτομα με IBS εμφανίζουν επίσης συχνότερα καταστάσεις όπως άγχος και κατάθλιψη, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτές αποτελούν τη μοναδική αιτία του συνδρόμου.
Μπορεί η αντιμετώπιση του άγχους να βοηθήσει το έντερο;
Ακριβώς επειδή υπάρχει αυτή η στενή επικοινωνία εγκεφάλου και εντέρου, η αντιμετώπιση του IBS δεν περιορίζεται απαραίτητα μόνο σε αλλαγές στη διατροφή ή σε φαρμακευτική αγωγή.
Σε ορισμένους ανθρώπους μπορούν να χρησιμοποιηθούν παρεμβάσεις που έχουν ως στόχο την καλύτερη ρύθμιση της αλληλεπίδρασης εντέρου-εγκεφάλου. Στις κατευθυντήριες οδηγίες του American College of Gastroenterology περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων, η χρήση ψυχοθεραπευτικών προσεγγίσεων με στόχο το έντερο για τη βελτίωση των συνολικών συμπτωμάτων του IBS.
Σε αυτές μπορεί να περιλαμβάνονται η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία και άλλες παρεμβάσεις που βοηθούν τον ασθενή να διαχειρίζεται καλύτερα το στρες και τον τρόπο με τον οποίο αντιδρά στα γαστρεντερικά συμπτώματα.
Το σημαντικό είναι ότι η ψυχολογική υποστήριξη δεν χρησιμοποιείται επειδή τα συμπτώματα είναι «φανταστικά». Χρησιμοποιείται επειδή εγκέφαλος και έντερο αποτελούν ένα στενά συνδεδεμένο βιολογικό σύστημα.
Επομένως, το στρες μπορεί πράγματι να έχει μεγάλη επίδραση στο ευερέθιστο έντερο. Δεν αποτελεί όμως τη μοναδική εξήγηση για το IBS ούτε επηρεάζονται όλοι οι άνθρωποι με τον ίδιο τρόπο. Η αντιμετώπιση συνήθως χρειάζεται να είναι εξατομικευμένη, συνδυάζοντας, ανάλογα με την περίπτωση, διατροφικές αλλαγές, ιατρική καθοδήγηση και στρατηγικές διαχείρισης του στρες.


















