Η ηλιακή ακτινοβολία είναι συνήθως πιο επικίνδυνη κατά τις μεσημεριανές ώρες, όταν ο ήλιος βρίσκεται ψηλότερα στον ουρανό. Ως γενικός κανόνας, η έκθεση στην υπεριώδη ακτινοβολία χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή περίπου από τις 10:00 το πρωί έως τις 16:00 το απόγευμα. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας διευκρινίζει ότι η υπεριώδης ακτινοβολία φτάνει στη μέγιστη έντασή της κατά το διάστημα των δύο ωρών πριν και των δύο ωρών μετά το ηλιακό μεσημέρι.
Το ηλιακό μεσημέρι, όμως, δεν συμπίπτει πάντοτε με τις 12:00 που δείχνει το ρολόι. Είναι η στιγμή κατά την οποία ο ήλιος φτάνει στο υψηλότερο σημείο της ημερήσιας πορείας του. Η ακριβής ώρα μεταβάλλεται ανάλογα με την εποχή, τη γεωγραφική θέση και την εφαρμογή της θερινής ώρας. Για τον λόγο αυτό, το επικίνδυνο διάστημα μπορεί σε ορισμένες περιοχές να μετατοπίζεται αργότερα μέσα στην ημέρα.
Ένας απλός πρακτικός κανόνας είναι να παρατηρούμε τη σκιά μας. Όταν η σκιά είναι μικρότερη από το ύψος μας, ο ήλιος βρίσκεται σχετικά ψηλά και η υπεριώδης ακτινοβολία είναι πιθανό να είναι ισχυρή. Τότε είναι προτιμότερο να αναζητούμε σκιά και να περιορίζουμε την παραμονή μας σε ακάλυπτους χώρους.
Πότε αυξάνεται ακόμη περισσότερο ο κίνδυνος;
Η ώρα δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που καθορίζει την επικινδυνότητα. Η ένταση της υπεριώδους ακτινοβολίας επηρεάζεται επίσης από το γεωγραφικό πλάτος, το υψόμετρο, τη νέφωση, την κατάσταση του στρώματος του όζοντος και την αντανάκλαση από το έδαφος.
Στην Ελλάδα, ο κίνδυνος είναι συνήθως μεγαλύτερος από τα τέλη της άνοιξης μέχρι τις αρχές του φθινοπώρου. Κατά τους καλοκαιρινούς μήνες, η έκθεση μεταξύ αργά το πρωί και νωρίς το απόγευμα μπορεί να προκαλέσει έγκαυμα ακόμη και σε σχετικά μικρό χρονικό διάστημα, ιδιαίτερα σε ανθρώπους με ανοιχτόχρωμο δέρμα.
Η συννεφιά δεν σημαίνει ότι η έκθεση είναι ασφαλής. Ένα σημαντικό μέρος της υπεριώδους ακτινοβολίας μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα, επομένως υπάρχει κίνδυνος εγκαύματος ακόμη και όταν η θερμοκρασία είναι χαμηλότερη ή ο ήλιος δεν φαίνεται έντονα. Επιπλέον, το νερό, η άμμος, το τσιμέντο και το χιόνι αντανακλούν την ακτινοβολία, αυξάνοντας τη συνολική έκθεση του δέρματος και των ματιών.
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται στη θάλασσα, στο βουνό και σε μεγάλες ανοιχτές επιφάνειες. Σε μεγαλύτερο υψόμετρο, η ατμόσφαιρα απορροφά μικρότερο ποσοστό της ακτινοβολίας, ενώ στην παραλία η αντανάκλαση από την άμμο και το νερό μπορεί να εντείνει την έκθεση.
Πώς μπορούμε να προστατευτούμε αποτελεσματικά;
Ο καλύτερος τρόπος αξιολόγησης του ημερήσιου κινδύνου είναι ο Δείκτης Υπεριώδους Ακτινοβολίας, γνωστός ως UV Index. Η διεθνής κλίμακα ξεκινά από το 1 και φτάνει στο 11 ή περισσότερο. Από την τιμή 3 και πάνω συνιστάται η λήψη μέτρων προστασίας, ενώ οι τιμές 8–10 θεωρούνται πολύ υψηλές και οι τιμές 11 ή μεγαλύτερες ακραίες.
Κατά τις ώρες υψηλής ακτινοβολίας είναι προτιμότερο να περιορίζονται η ηλιοθεραπεία, η έντονη άσκηση και οι δραστηριότητες σε χώρους χωρίς σκιά. Όταν η παραμονή έξω είναι απαραίτητη, χρειάζονται σκιά, ελαφριά ρούχα που καλύπτουν το δέρμα, καπέλο με πλατύ γείσο και γυαλιά ηλίου με προστασία από την υπεριώδη ακτινοβολία.
Το αντηλιακό πρέπει να είναι ευρέος φάσματος, με επαρκή δείκτη προστασίας, και να εφαρμόζεται σε ικανοποιητική ποσότητα πριν από την έκθεση. Χρειάζεται ανανέωση περίπου κάθε δύο ώρες, καθώς και μετά το κολύμπι, την έντονη εφίδρωση ή το σκούπισμα με πετσέτα. Το αντηλιακό δεν κάνει ασφαλή την πολύωρη έκθεση ούτε αντικαθιστά τη σκιά και τα κατάλληλα ρούχα.
Μεγαλύτερη προστασία χρειάζονται τα βρέφη, τα παιδιά, οι ηλικιωμένοι, οι άνθρωποι με ανοιχτόχρωμο δέρμα και όσοι λαμβάνουν φάρμακα που προκαλούν φωτοευαισθησία. Συνολικά, το πιο κρίσιμο διάστημα είναι περίπου 10:00–16:00, αλλά η καθημερινή απόφαση πρέπει να βασίζεται και στον τοπικό UV Index.


















