Το αντιτετανικό εμβόλιο αποτελεί βασικό μέρος της προληπτικής φροντίδας, καθώς προστατεύει από τον τέτανο, μια σοβαρή λοίμωξη που προκαλείται από το βακτήριο Clostridium tetani. Το βακτήριο μπορεί να εισέλθει στον οργανισμό μέσω ενός τραύματος, ιδιαίτερα όταν αυτό είναι βαθύ ή έχει έρθει σε επαφή με χώμα, σκόνη ή άλλα μολυσμένα υλικά.
Για τους περισσότερους ενήλικες που έχουν ολοκληρώσει τον βασικό εμβολιασμό, η αναμνηστική δόση συνιστάται συνήθως κάθε 10 χρόνια. Οι οδηγίες του CDC αναφέρουν ότι μετά την ολοκλήρωση της αρχικής σειράς εμβολιασμού, μπορεί να χορηγείται Td ή Tdap ως αναμνηστική δόση ανά δεκαετία.
Υπάρχουν όμως περιπτώσεις, κυρίως μετά από ορισμένα τραύματα, στις οποίες μπορεί να χρειαστεί νέα δόση νωρίτερα.
Κάθε πόσα χρόνια χρειάζεται αναμνηστική δόση;
Σε έναν ενήλικα που έχει εμβολιαστεί κανονικά στο παρελθόν, η γενική σύσταση είναι η χορήγηση αναμνηστικής δόσης για τέτανο και διφθερίτιδα κάθε 10 χρόνια. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί εμβόλιο Td, το οποίο προστατεύει από τέτανο και διφθερίτιδα, ή Tdap, το οποίο προσφέρει επιπλέον προστασία απέναντι στον κοκκύτη.
Το Tdap έχει ιδιαίτερη σημασία όταν δεν έχει χορηγηθεί ποτέ προηγουμένως στην ενήλικη ζωή. Μετά από μία δόση Tdap, οι επόμενες αναμνηστικές δόσεις μπορούν να γίνονται με Td ή Tdap, ανάλογα με τις ισχύουσες συστάσεις και το ατομικό ιστορικό.
Δεν χρειάζεται, επομένως, να γίνεται αντιτετανικό κάθε λίγα χρόνια χωρίς συγκεκριμένο λόγο. Η προστασία μετά την ολοκλήρωση του βασικού εμβολιασμού διαρκεί για μεγάλο χρονικό διάστημα και η δεκαετής αναμνηστική δόση θεωρείται επαρκής για τη συνήθη προληπτική φροντίδα.
Διαφορετικές χώρες μπορεί να ακολουθούν ελαφρώς διαφορετικά εθνικά προγράμματα εμβολιασμού, γι’ αυτό έχει σημασία και το προσωπικό ιστορικό εμβολιασμού.
Τι συμβαίνει σε περίπτωση τραυματισμού;
Ένας τραυματισμός μπορεί να αλλάξει το πότε χρειάζεται αναμνηστική δόση. Για ένα καθαρό και μικρό τραύμα, σε άτομο που έχει ολοκληρώσει τη βασική σειρά εμβολιασμού, συνήθως εξετάζεται η χορήγηση νέας δόσης εφόσον έχουν περάσει περισσότερα από 10 χρόνια από την προηγούμενη.
Για πιο σοβαρά ή δυνητικά μολυσμένα τραύματα, το χρονικό διάστημα είναι μικρότερο. Το CDC συστήνει αναμνηστική δόση εάν έχουν περάσει 5 ή περισσότερα χρόνια από το τελευταίο εμβόλιο σε περιπτώσεις τραυμάτων που δεν θεωρούνται καθαρά και μικρά.
Σε αυτή την κατηγορία μπορεί να ανήκουν βαθιά τραύματα, τρυπήματα, δαγκώματα, εγκαύματα ή πληγές που έχουν μολυνθεί με χώμα ή άλλες ουσίες. Η απόφαση δεν βασίζεται μόνο στο είδος του τραυματισμού, αλλά και στο αν έχει ολοκληρωθεί ο βασικός εμβολιασμός και στο πότε έγινε η τελευταία δόση.
Αν το ιστορικό εμβολιασμού είναι άγνωστο ή δεν έχει ολοκληρωθεί η βασική σειρά, μπορεί να χρειάζονται περισσότερες δόσεις και, σε ορισμένα τραύματα υψηλού κινδύνου, χορήγηση αντιτετανικής ανοσοσφαιρίνης.
Ποιοι χρειάζονται διαφορετική προσέγγιση;
Δεν ακολουθούν όλοι ακριβώς το ίδιο πρόγραμμα. Ένα άτομο που δεν έχει εμβολιαστεί ποτέ ή δεν γνωρίζει αν έχει ολοκληρώσει τον βασικό εμβολιασμό δεν πρέπει απλώς να περιμένει μέχρι την επόμενη δεκαετία. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρειάζεται να ολοκληρωθεί μια αρχική σειρά τριών δόσεων, σύμφωνα με τις συστάσεις για τους ενήλικες.
Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί επίσης η εγκυμοσύνη. Το Tdap συνιστάται σε κάθε εγκυμοσύνη, συνήθως μεταξύ της 27ης και της 36ης εβδομάδας, ανεξάρτητα από το πότε είχε γίνει προηγούμενη αναμνηστική δόση. Στόχος είναι κυρίως η προστασία του νεογνού από τον κοκκύτη κατά τους πρώτους μήνες της ζωής του.
Σε περίπτωση τραυματισμού, δεν είναι ασφαλές να βασίζεται η απόφαση μόνο στη μνήμη ή σε έναν γενικό κανόνα. Αν δεν είναι γνωστό πότε έγινε η τελευταία δόση ή αν το τραύμα είναι βαθύ, βρόμικο ή σοβαρό, χρειάζεται αξιολόγηση από γιατρό ή άλλο επαγγελματία υγείας.
Συνολικά, ο βασικός κανόνας είναι απλός: αναμνηστική δόση κάθε 10 χρόνια για τους περισσότερους πλήρως εμβολιασμένους ενήλικες.


















