Το κάπνισμα συνδέεται συχνά με την αντίληψη ότι «ανεβάζει» τον μεταβολισμό και βοηθά στον έλεγχο του βάρους. Πράγματι, η νικοτίνη μπορεί να αυξήσει προσωρινά την ενεργειακή δαπάνη και να μειώσει την όρεξη. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κάπνισμα αποτελεί αποτελεσματικό ή ασφαλή τρόπο διαχείρισης του βάρους.
Οι επιδράσεις της νικοτίνης στον μεταβολισμό είναι σχετικά μικρές σε σύγκριση με τις σοβαρές επιπτώσεις του καπνίσματος στην καρδιά, στους πνεύμονες, στα αγγεία και στον συνολικό κίνδυνο νόσου. Επιπλέον, το κάπνισμα δεν επηρεάζει μόνο το πόσες θερμίδες καίγονται, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κατανέμεται το λίπος στο σώμα και λειτουργεί ο μεταβολισμός της γλυκόζης.
Η νικοτίνη μπορεί να αυξήσει προσωρινά τις καύσεις
Η νικοτίνη είναι διεγερτική ουσία και ενεργοποιεί το συμπαθητικό νευρικό σύστημα. Αυτό μπορεί να αυξήσει προσωρινά την καρδιακή συχνότητα, την αρτηριακή πίεση και την ενεργειακή δαπάνη.
Παράλληλα, μπορεί να μειώσει την όρεξη και να επηρεάσει ορμόνες και νευρικά σήματα που σχετίζονται με το αίσθημα πείνας. Για αυτό, ορισμένοι καπνιστές έχουν χαμηλότερο σωματικό βάρος από ό,τι θα είχαν διαφορετικά.
Η επίδραση όμως δεν είναι μεγάλη και δεν είναι σταθερή. Ο οργανισμός αναπτύσσει ανοχή στη νικοτίνη, ενώ ο μεταβολισμός επηρεάζεται από πολλούς άλλους παράγοντες, όπως η ηλικία, η μυϊκή μάζα, η διατροφή, ο ύπνος και η φυσική δραστηριότητα.
Σημαντικό είναι επίσης ότι το χαμηλότερο βάρος δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με καλύτερη μεταβολική υγεία. Ένας άνθρωπος μπορεί να έχει μικρότερο βάρος αλλά αυξημένο κίνδυνο για καρδιαγγειακές παθήσεις, αντίσταση στην ινσουλίνη ή συσσώρευση λίπους γύρω από τα κοιλιακά όργανα.
Τι συμβαίνει με το λίπος και το σάκχαρο;
Το κάπνισμα έχει συνδεθεί με μεγαλύτερη τάση για κεντρική παχυσαρκία, δηλαδή συσσώρευση λίπους στην κοιλιακή περιοχή. Αυτό το σπλαχνικό λίπος θεωρείται μεταβολικά πιο επιβαρυντικό από το υποδόριο λίπος, επειδή σχετίζεται στενότερα με φλεγμονή, αντίσταση στην ινσουλίνη και αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο.
Η νικοτίνη και άλλες ουσίες του καπνού μπορούν επίσης να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνονται τα κύτταρα στην ινσουλίνη. Με τον χρόνο, αυτό μπορεί να συμβάλει σε δυσκολότερο έλεγχο της γλυκόζης στο αίμα.
Για αυτό το κάπνισμα έχει συσχετιστεί με αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης σακχαρώδους διαβήτη τύπου 2. Ο κίνδυνος επηρεάζεται και από την ποσότητα και τη διάρκεια του καπνίσματος, ενώ συνυπάρχουν συχνά και άλλοι παράγοντες όπως η μειωμένη άσκηση, η κακή διατροφή ή η υψηλή αρτηριακή πίεση.
Επιπλέον, το κάπνισμα αυξάνει το οξειδωτικό στρες και τη φλεγμονή, δύο μηχανισμούς που παίζουν σημαντικό ρόλο στη μεταβολική και καρδιαγγειακή υγεία.
Έτσι, η συνολική επίδραση του καπνίσματος στον μεταβολισμό είναι πολύ πιο αρνητική από όσο υπονοεί η μικρή αύξηση των καύσεων.
Τι συμβαίνει μετά τη διακοπή του καπνίσματος;
Μετά τη διακοπή, είναι συχνό να παρατηρείται κάποια αύξηση του σωματικού βάρους. Αυτό συμβαίνει για διάφορους λόγους.
Η απουσία νικοτίνης μειώνει ελαφρώς την ενεργειακή δαπάνη και η όρεξη μπορεί να αυξηθεί. Παράλληλα, η γεύση και η όσφρηση βελτιώνονται, γεγονός που μπορεί να κάνει το φαγητό πιο ευχάριστο. Σε ορισμένους ανθρώπους, το φαγητό αντικαθιστά επίσης τη συμπεριφορική συνήθεια του καπνίσματος.
Η αύξηση βάρους συνήθως είναι μέτρια και δεν αναιρεί σε καμία περίπτωση τα σημαντικά οφέλη της διακοπής. Η καρδιαγγειακή και αναπνευστική υγεία αρχίζει να βελτιώνεται σχετικά γρήγορα, ενώ μειώνεται σταδιακά και ο κίνδυνος πολλών σοβαρών ασθενειών.
Η περίοδος μετά τη διακοπή μπορεί να γίνει ευκολότερη με ισορροπημένη διατροφή, επαρκή πρόσληψη πρωτεΐνης και φυτικών ινών, τακτική άσκηση και καλό ύπνο. Η προπόνηση με αντιστάσεις είναι ιδιαίτερα χρήσιμη, επειδή βοηθά στη διατήρηση ή αύξηση της μυϊκής μάζας, η οποία επηρεάζει θετικά την ενεργειακή δαπάνη.
Δεν χρειάζεται λοιπόν να αντιμετωπίζεται η πιθανή αύξηση βάρους ως λόγος συνέχισης του καπνίσματος. Από άποψη υγείας, η διακοπή παραμένει μία από τις σημαντικότερες αλλαγές που μπορεί να κάνει ένας καπνιστής.
Συνολικά, το κάπνισμα μπορεί να αυξήσει προσωρινά τον μεταβολικό ρυθμό και να μειώσει την όρεξη, όμως η επίδραση αυτή είναι μικρή και συνοδεύεται από πολύ σοβαρότερες επιβαρύνσεις. Η σχέση του με το κοιλιακό λίπος, την αντίσταση στην ινσουλίνη και τον αυξημένο καρδιαγγειακό κίνδυνο δείχνει ότι ένας «γρηγορότερος» μεταβολισμός δεν σημαίνει απαραίτητα καλύτερη υγεία.
Η διακοπή του καπνίσματος μπορεί να συνοδευτεί από μικρή αύξηση βάρους, όμως τα συνολικά οφέλη για τον οργανισμό είναι σαφώς μεγαλύτερα.


















