Η εφίδρωση αποτελεί μια φυσιολογική λειτουργία του οργανισμού, μέσω της οποίας ρυθμίζεται η θερμοκρασία του σώματος. Όταν, όμως, η παραγωγή ιδρώτα είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή που απαιτείται για τη θερμορρύθμιση, ακόμη και σε συνθήκες ηρεμίας ή χαμηλής θερμοκρασίας, μπορεί να πρόκειται για υπεριδρωσία.
Η υπεριδρωσία μπορεί να επηρεάζει συγκεκριμένα σημεία, όπως τις μασχάλες, τις παλάμες, τα πέλματα και το πρόσωπο, ή να εμφανίζεται σε ολόκληρο το σώμα. Παρότι συνήθως δεν είναι επικίνδυνη, μπορεί να προκαλέσει έντονη αμηχανία, δυσκολίες στην εργασία και στις κοινωνικές σχέσεις, ερεθισμούς του δέρματος και σημαντική επιβάρυνση της καθημερινότητας.
Διακρίνεται σε πρωτοπαθή και δευτεροπαθή. Η πρωτοπαθής υπεριδρωσία συνήθως ξεκινά στην παιδική ή νεαρή ηλικία, εμφανίζεται συμμετρικά και εντοπίζεται σε συγκεκριμένες περιοχές. Δεν οφείλεται απαραίτητα σε κάποια άλλη νόσο. Αντίθετα, η δευτεροπαθής υπεριδρωσία μπορεί να σχετίζεται με παθήσεις, ορμονικές διαταραχές ή φάρμακα και συχνά αφορά μεγαλύτερη επιφάνεια του σώματος.
Διάγνωση και καθημερινά μέτρα αντιμετώπισης
Η σωστή αντιμετώπιση ξεκινά από τη διάγνωση. Ο γιατρός εξετάζει πότε άρχισε το πρόβλημα, ποια σημεία επηρεάζονται, εάν η εφίδρωση εμφανίζεται στον ύπνο και εάν υπάρχουν άλλα συμπτώματα ή πρόσφατες αλλαγές στη φαρμακευτική αγωγή. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστούν εξετάσεις αίματος ή ούρων, ώστε να αποκλειστούν καταστάσεις όπως ο υπερθυρεοειδισμός, η υπογλυκαιμία ή άλλες οργανικές αιτίες.
Για την ηπιότερη υπεριδρωσία μπορούν αρχικά να εφαρμοστούν πρακτικά μέτρα. Συνιστάται η χρήση αντιιδρωτικού και όχι μόνο αποσμητικού. Τα αντιιδρωτικά περιέχουν ουσίες, συνήθως άλατα αλουμινίου, που περιορίζουν προσωρινά την ποσότητα ιδρώτα που φτάνει στην επιφάνεια του δέρματος. Εφαρμόζονται σε εντελώς στεγνό δέρμα, συχνά το βράδυ, σύμφωνα με τις οδηγίες του προϊόντος ή του δερματολόγου.
Χρήσιμη είναι επίσης η αποφυγή παραγόντων που επιδεινώνουν την εφίδρωση, όπως τα πικάντικα φαγητά, η υπερβολική καφεΐνη, το αλκοόλ, η έντονη ζέστη και τα πολύ στενά ή συνθετικά ρούχα. Τα ελαφριά, βαμβακερά υφάσματα, η συχνή αλλαγή ρούχων και οι απορροφητικοί πάτοι στα παπούτσια μπορούν να μειώσουν την ενόχληση.
Ιατρικές θεραπείες για την υπεριδρωσία
Όταν τα απλά μέτρα δεν επαρκούν, ο δερματολόγος μπορεί να προτείνει ισχυρότερα συνταγογραφούμενα αντιιδρωτικά ή τοπικά φάρμακα. Για την υπεριδρωσία των παλαμών και των πελμάτων χρησιμοποιείται συχνά η ιοντοφόρηση. Κατά τη διαδικασία, τα χέρια ή τα πόδια τοποθετούνται σε νερό μέσα από το οποίο περνά χαμηλής έντασης ηλεκτρικό ρεύμα. Απαιτούνται επαναλαμβανόμενες συνεδρίες και στη συνέχεια συνεδρίες συντήρησης.
Μια ακόμη επιλογή είναι οι ενέσεις βοτουλινικής τοξίνης. Η ουσία μπλοκάρει προσωρινά τα νευρικά σήματα που ενεργοποιούν τους ιδρωτοποιούς αδένες. Χρησιμοποιείται κυρίως στις μασχάλες, αλλά μπορεί να εφαρμοστεί και στις παλάμες, στα πέλματα ή σε άλλες περιοχές. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνιμο και η θεραπεία χρειάζεται να επαναλαμβάνεται.
Σε επιλεγμένους ασθενείς μπορεί να χορηγηθούν αντιχολινεργικά φάρμακα από το στόμα. Επειδή είναι δυνατόν να προκαλέσουν ξηροστομία, θολή όραση, δυσκοιλιότητα, ταχυκαρδία ή δυσκολία στη ρύθμιση της θερμοκρασίας, πρέπει να λαμβάνονται αποκλειστικά με ιατρική καθοδήγηση. Υπάρχουν επίσης θεραπείες που καταστρέφουν τους ιδρωτοποιούς αδένες της μασχάλης με θερμική ενέργεια, καθώς και χειρουργικές επεμβάσεις για πολύ σοβαρές περιπτώσεις. Η χειρουργική αντιμετώπιση αποτελεί συνήθως τελευταία επιλογή, επειδή μπορεί να προκαλέσει αντισταθμιστική εφίδρωση σε άλλα σημεία του σώματος.
Ξαφνική γενικευμένη εφίδρωση, έντονη νυχτερινή εφίδρωση ή εφίδρωση που συνοδεύεται από πόνο στο στήθος, δύσπνοια, ζάλη, πυρετό, ταχυκαρδία ή ανεξήγητη απώλεια βάρους χρειάζεται άμεση ιατρική αξιολόγηση. Η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται από δερματολόγο, ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματα επηρεάζουν σημαντικά την ποιότητα ζωής.


















